Ρετρό

Ρετρό

Υπήρξε μια εποχή που η διαδρομή προς τη Βουλιαγμένη και το Καβούρι είχε τη δική της χαρακτηριστική στάση. Τα αυτοκίνητα έκοβαν ταχύτητα, σταματούσαν στην άκρη της παραλιακής και από το μικρό περίπτερο εμφανιζόταν ένα παράξενο, μακρύ εξάρτημα. Μια κουτάλα που έφτανε μέχρι το παράθυρο του αυτοκινήτου.

Ο πελάτης δεν χρειαζόταν να κατέβει. Έλεγε την παραγγελία του, έβαζε τα χρήματα στην κουτάλα και σε λίγα δευτερόλεπτα επέστρεφε με τα προϊόντα και τα ρέστα.

Έτσι γεννήθηκε ο θρύλος του «Κουτάλα», ενός από τα πιο χαρακτηριστικά τοπόσημα της παλιάς παραλιακής.

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60

Το περίπτερο άνοιξε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με πρωτοβουλία του Μιχάλη Παπαπολυχρονίου, δικηγόρου, ο οποίος είχε σκοπό να βοηθήσει έναν τραυματία πολέμου, τον Στυλιανό Κόλλια, να αποκτήσει την άδεια περιπτέρου. Τελικά όμως κανείς από τους δύο δεν εργάστηκε σε αυτό. Πρώτος άνθρωπος που εργάστηκε στο περίπτερο ήταν ο Κώστας Ανδριόπουλος, γαμπρός του Παπαπολυχρονίου.

Το περίπτερο λειτούργησε από το 1963 και βρισκόταν σε ένα σημείο που τότε ελάχιστα θύμιζε τη σημερινή εικόνα των Νοτίων Προαστίων. Η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη και σε ορισμένα σημεία η άσφαλτος σταματούσε και έδινε τη θέση της σε χωματόδρομο.Και τότε εμφανίστηκε η ιδέα που έμελλε να κάνει το συγκεκριμένο περίπτερο διάσημο.

Ο Μιχάλης Παπαπολυχρονίου που επινόησε την κουτάλα ποζάρει στο ιστορικό περίπτερο της παραλιακής λεωφόρου, που λειτούργησε για πρώτη φορά το 1963

Η κούραση και η ζέστη γέννησαν την «πατέντα»

Ο περιπτεράς ήταν αναγκασμένος να βγαίνει διαρκώς από το κουβούκλιο για να φτάσει μέχρι τα αυτοκίνητα και να εξυπηρετήσει τους πελάτες.Η δουλειά ήταν ασταμάτητη, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.Ο Μιχάλης Παπαπολυχρονίου σκέφτηκε λοιπόν έναν απλό αλλά ιδιοφυή τρόπο για να γλιτώνει τις διαδρομές: μια μακριά κατασκευή που θα μπορούσε να μεταφέρει τα προϊόντα από το περίπτερο μέχρι το παράθυρο του αυτοκινήτου.

Η πρώτη «κουτάλα» ήταν ξύλινη και θύμιζε το μεγάλο ξύλο με το οποίο οι φούρναρηδες βγάζουν τα ψωμιά από τον φούρνο. Αργότερα εξελίχθηκε σε μεταλλικό, μακρύ εξάρτημα, σαν φτυάρι ή σέσουλα, με μηχανισμό που συγκρατούσε τα προϊόντα και τα χρήματα.

Η εφεύρεση αποδείχθηκε εξαιρετικά πρακτική.Οι πελάτες μπορούσαν να αγοράσουν τσιγάρα, εφημερίδες, σοκολάτες, τσίχλες, μπισκότα, αναψυκτικά, νερά, πατατάκια, χαρτομάντιλα, είδη παραλίας και πολλά ακόμη χωρίς να βγουν από το αυτοκίνητο.Και σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουν δημοσιευθεί, η επιτυχία της «κουτάλας» ήταν τέτοια ώστε ο εμπνευστής της πολύ έξυπνα φρόντισε να κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία του για την Αττική.

Το περίπτερο έγινε… πολυκατάστημα

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 το περίπτερο δεν ήταν απλώς ένα σημείο για τσιγάρα και εφημερίδες. Είχε εξελιχθεί σε πραγματικό μικρό πολυκατάστημα της περιοχής.Ο Κώστας Ανδριόπουλος, ο οποίος ανέλαβε το περίπτερο τον Φεβρουάριο του 1967, εργαζόταν 12 έως 14 ώρες την ημέρα και χωρίς ουσιαστικά διακοπές, ακόμη και τις μεγάλες γιορτές.

Τα τσιγάρα αποτελούσαν βασικό κομμάτι της δουλειάς, ενώ ιδιαίτερη ζήτηση είχαν μικροαντικείμενα όπως χτένες, είδη παραλίας ,ακόμη και χειροποίητους χαρταετούς που κατασκεύαζε η οικογένεια για την Καθαρά Δευτέρα.

Η περιοχή όμως άλλαζε γρήγορα η παραλιακή γινόταν ένας από τους βασικούς δρόμους των Αθηναίων προς τις παραλίες των Νοτίων Προαστίων και το περίπτερο βρισκόταν ακριβώς πάνω στη διαδρομή.

«Δύο Marlboro και ρέστα από 100ρικο»

Με τα χρόνια οι πελάτες έμαθαν τη διαδικασία τόσο καλά, ώστε η εξυπηρέτηση έμοιαζε με καλοκουρδισμένη παράσταση.Το παράθυρο του συνοδηγού κατέβαινε.

Ο περιπτεράς ετοίμαζε τα τσιγάρα, τα έβαζε στην κουτάλα, υπολόγιζε τα ρέστα και έκανε τη διαδρομή μέχρι το αυτοκίνητο.Ο πελάτης άφηνε τα χρήματα στην κουτάλα και εκείνη επέστρεφε στο περίπτερο για να γυρίσει αμέσως με τα ρέστα.Η διαδικασία ήταν τόσο χαρακτηριστική ώστε η ίδια η λέξη «Κουτάλας» έγινε συνώνυμη με το συγκεκριμένο περίπτερο.

Οι ουρές των αυτοκινήτων

Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 το περίπτερο είχε πλέον γίνει αξιοθέατο.Δεν ήταν μόνο οι κάτοικοι της Βούλας, της Βάρης και της Βουλιαγμένης που γνώριζαν τον «Κουτάλα». Χιλιάδες Αθηναίοι που κατευθύνονταν προς τις παραλίες περνούσαν από εκεί να «ζήσουν» την πρωτότυπη διαδικασία.

Κάποια στιγμή το περίπτερο πήρε φωτιά και η παλιά κουτάλα καταστράφηκε. Αντικαταστάθηκε από νεότερη κατασκευή με ελαφρύτερο κοντάρι.

Ανάμεσα στους γνωστούς πελάτες του περιπτέρου ήταν και ο λαϊκός τραγουδιστής Μανώλης Αγγελόπουλος.Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κώστα Ανδριόπουλου, σταματούσε με την κόκκινη ανοιχτή Mercedes του και έκανε μεγάλες αγορές. Υπήρχε όμως μια ιδιομορφία: έκανε πάντοτε παζάρια στην τιμή! Το ενδιαφέρον είναι ότι μεγάλο μέρος της πελατείας ήταν σταθερό. Ο Ανδριόπουλος είχε αναπτύξει προσωπική σχέση με τους πελάτες και, όπως έχει πει, γνώριζε σε πολλές περιπτώσεις τι ήθελαν πριν καν το ζητήσουν.

Το 2011 ήρθε η μετακόμιση

Η ιστορική του θέση όμως δεν θα κρατούσε για πάντα.Το 2011, μετά την ενοποίηση των Δήμων Βάρης, Βούλας και Βουλιαγμένης, αποφασίστηκε η μετακίνηση του περιπτέρου για λόγους που συνδέονταν με την ασφάλεια και την κυκλοφορία. Το περίπτερο μεταφέρθηκε στην οδό Ακτής, στο Καβούρι. Έτσι τελείωσε ένα  χαρακτηριστικό σημείο της ιστορίας της παλιάς παραλιακής.Η κουτάλα όμως δεν εγκαταλείφθηκε…

Και κάπως έτσι, μια απλή ιδέα που γεννήθηκε από την κούραση ενός περιπτερά τη δεκαετία του ’60 μετατράπηκε σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους μικρούς θρύλους της παλιάς Αθήνας.Πριν από τα self-service, πριν από τα drive-through υπήρχε στην παραλιακή ένας άνθρωπος που έφτανε μέχρι το παράθυρο του αυτοκινήτου με μια τεράστια κουτάλα….που έμεινε μια ξεχωριστή ανάμνηση για όσους την έζησαν όπως και πολλές ακόμα εικόνες που έχουν περάσει στην ιστορία της πόλης μας.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button