
Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε την Dr. Eleni Toumarides, μια διακεκριμένη επαγγελματία ψυχικής υγείας και ακαδημαϊκό, με σχεδόν 20 χρόνια εμπειρίας στον χώρο της ψυχοθεραπείας, της κοινωνικής εργασίας, της εκπαίδευσης και της επίλυσης συγκρούσεων.
Είναι Clinical Assistant Professor στο Wurzweiler School of Social Work του Yeshiva University και ιδρύτρια του Aletheia Psychotherapy Group στη Νέα Υόρκη. Στο κλινικό της έργο έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το τραύμα, το άγχος, την κατάθλιψη, το πένθος και την απώλεια, τις δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις και την ψυχολογική κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένου του narcissistic abuse.
Με σπουδές στην Ψυχολογία, τη Forensic Psychology και την Κοινωνική Εργασία, καθώς και διδακτορικό στο Social Welfare, η Dr. Toumarides συνδυάζει την ακαδημαϊκή γνώση με την πολυετή κλινική και εποπτική εμπειρία. Η προσέγγισή της είναι κυρίως ψυχοδυναμική, ενσωματώνοντας, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, μεθόδους όπως το EMDR, η hypnotherapy και σωματικά προσανατολισμένες παρεμβάσεις. Παράλληλα, η ενασχόλησή της με τη διαμεσολάβηση και την επίλυση οικογενειακών και εργασιακών συγκρούσεων προσφέρει μια ιδιαίτερα ουσιαστική οπτική για τις ανθρώπινες σχέσεις και τη διαχείριση των συγκρούσεων.
Με αφορμή την πορεία και το έργο της, συζητάμε μαζί της για την ψυχική υγεία, το τραύμα, τις σχέσεις, τις συγκρούσεις, αλλά και για το πώς μπορούμε να κατανοήσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας και τους ανθρώπους γύρω μας.
Έχετε διανύσει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πορεία, από την Ψυχολογία και τη Forensic Psychology μέχρι την Κοινωνική Εργασία, την ψυχοθεραπεία και την ακαδημαϊκή διδασκαλία. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε αρχικά στον χώρο της ψυχικής υγείας και ποιο ήταν το σημαντικότερο σημείο καμπής στην επαγγελματική σας διαδρομή;
Από πολύ νωρίς με ενδιέφερε όχι μόνο το τι κάνει ένας άνθρωπος, αλλά κυρίως το γιατί το κάνει. Τι βρίσκεται πίσω από μια συμπεριφορά, μια επιλογή, έναν θυμό, μια σιωπή ή μια επαναλαμβανόμενη δυσκολία στις σχέσεις του; Η Ψυχολογία και αργότερα η Forensic Psychology μού έδωσαν τη δυνατότητα να μελετήσω τη σύνδεση ανάμεσα στην ανθρώπινη συμπεριφορά, το τραύμα, το κοινωνικό περιβάλλον και την ευθύνη.
Η Κοινωνική Εργασία, όμως, διεύρυνε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα τον άνθρωπο. Με βοήθησε να μην εξετάζω μόνο τον εσωτερικό του κόσμο, αλλά και το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε. Κανείς δεν υπάρχει αποκομμένος από την ιστορία και τις σχέσεις του.
Το σημαντικότερο σημείο καμπής ήταν η μετάβαση από τη θεωρητική κατανόηση στην ουσιαστική θεραπευτική σχέση. Εκεί κατάλαβα ότι η γνώση, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της. Η αλλαγή συμβαίνει μέσα σε μια σχέση όπου ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει ότι τον βλέπουν και τον ακούν πραγματικά, χωρίς να τον μειώνουν, να τον φοβίζουν ή να προσπαθούν να τον «διορθώσουν» γρήγορα.
Η ακαδημαϊκή διδασκαλία αποτέλεσε ένα ακόμη σημαντικό στάδιο, επειδή μου έδωσε τη δυνατότητα να επηρεάσω όχι μόνο τους ανθρώπους που συναντώ θεραπευτικά, αλλά και τους επαγγελματίες που θα βρεθούν αύριο δίπλα σε εκατοντάδες άλλους ανθρώπους.
Έχοντας σχεδόν 20 χρόνια κλινικής και διοικητικής εμπειρίας, ποιες είναι οι σημαντικότερες αλλαγές που έχετε παρατηρήσει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται σήμερα την ψυχική υγεία και την ψυχοθεραπεία;
Η σημαντικότερη θετική αλλαγή είναι ότι η ψυχική υγεία συζητείται πλέον πιο ανοιχτά. Περισσότεροι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι δεν χρειάζεται να φτάσουν σε πλήρη κατάρρευση για να ζητήσουν βοήθεια. Η ψυχοθεραπεία δεν αντιμετωπίζεται στον ίδιο βαθμό ως ένδειξη αδυναμίας ή ως κάτι που αφορά μόνο τις ακραίες περιπτώσεις. Βλέπουμε, επίσης, περισσότερους ανθρώπους να ενδιαφέρονται για το τραύμα, τον δεσμό, τα όρια και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των σχέσεών τους.
Ταυτόχρονα, όμως, η ευρεία διάδοση ψυχολογικών όρων μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δημιουργεί καινούργιες δυσκολίες. Όροι όπως «τραύμα», «ναρκισσισμός», «τοξική σχέση» και «gaslighting» χρησιμοποιούνται συχνά χωρίς το απαραίτητο πλαίσιο. Μερικές φορές βοηθούν έναν άνθρωπο να ονομάσει κάτι που μέχρι τότε δεν μπορούσε να κατανοήσει. Άλλες φορές μετατρέπονται σε γρήγορες διαγνώσεις για τον εαυτό μας ή τους άλλους.
Παρατηρώ επίσης μια αυξανόμενη επιθυμία για άμεσες λύσεις: μια τεχνική, μια φράση ή μερικά βήματα που θα εξαφανίσουν γρήγορα τον πόνο. Η θεραπεία, όμως, δεν είναι πάντα μια γραμμική διαδρομή ούτε ένα πρόγραμμα γρήγορης αυτοβελτίωσης. Χρειάζεται χρόνος για να καταλάβουμε όχι μόνο τι μας συνέβη, αλλά και τι αναγκαστήκαμε να γίνουμε για να αντέξουμε αυτό που μας συνέβη.
Το τραύμα αποτελεί έναν από τους βασικούς τομείς της δουλειάς σας. Πόσο βαθιά μπορεί ένα τραυματικό γεγονός να επηρεάσει τις μετέπειτα σχέσεις, τις επιλογές και την καθημερινή συμπεριφορά ενός ανθρώπου;
Το τραύμα δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός που συνέβη, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το βίωσε ο άνθρωπος, από την ηλικία του, από τις προηγούμενες εμπειρίες του και από το αν υπήρχε κάποιος δίπλα του που μπορούσε να τον προστατεύσει και να τον βοηθήσει να επεξεργαστεί αυτό που συνέβαινε.
Οι συνέπειές του μπορεί να εμφανίζονται πολλά χρόνια αργότερα. Ένας άνθρωπος μπορεί να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, να φοβάται την εγκατάλειψη, να αποσύρεται όταν κάποιος τον πλησιάζει ή να παραμένει σε σχέσεις που τον πληγώνουν, επειδή το οικείο μπορεί να του φαίνεται πιο ασφαλές από το άγνωστο. Μπορεί επίσης να βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, να προσπαθεί να ελέγχει τα πάντα ή να προσαρμόζεται υπερβολικά στις ανάγκες των άλλων, χάνοντας σταδιακά την επαφή με τις δικές του ανάγκες.
Πολλές συμπεριφορές που χαρακτηρίζουμε βιαστικά ως «υπερβολικές» ή «δυσλειτουργικές» ξεκίνησαν κάποτε ως τρόποι επιβίωσης. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια προστασία που ήταν απαραίτητη στο παρελθόν συνεχίζει να λειτουργεί στο παρόν, ακόμη και όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Η θεραπεία δεν διαγράφει την ιστορία. Βοηθά τον άνθρωπο να πάψει να ζει σαν να συμβαίνει ακόμη το παρελθόν και να αποκτήσει περισσότερη ελευθερία στις σημερινές σχέσεις και επιλογές του.
Ασχολείστε με τεχνικές όπως το EMDR και τη hypnotherapy. Τι ακριβώς προσφέρουν αυτές οι προσεγγίσεις και σε ποιες περιπτώσεις μπορούν να βοηθήσουν έναν άνθρωπο να επεξεργαστεί δύσκολες ή τραυματικές εμπειρίες;
Το EMDR, δηλαδή το Eye Movement Desensitization and Reprocessing, είναι μια δομημένη θεραπευτική προσέγγιση που μπορεί να βοηθήσει στην επεξεργασία εμπειριών οι οποίες παραμένουν συναισθηματικά «ζωντανές». Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει λογικά ότι ένα γεγονός έχει τελειώσει, αλλά το σώμα και το συναίσθημά του να αντιδρούν σαν να συμβαίνει ακόμη. Μέσα από συγκεκριμένα στάδια προετοιμασίας και αμφίπλευρης διέγερσης, το EMDR μπορεί να μειώσει τη συναισθηματική ένταση και να επιτρέψει στην εμπειρία να ενσωματωθεί με έναν πιο προσαρμοστικό τρόπο.
Η hypnotherapy χρησιμοποιεί μια κατάσταση εστιασμένης προσοχής και βαθύτερης εσωτερικής συγκέντρωσης. Δεν σημαίνει απώλεια ελέγχου ούτε ότι κάποιος μπορεί να εξαναγκαστεί να πει ή να κάνει κάτι. Μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να προσεγγίσει συναισθήματα, σωματικές εμπειρίες ή εσωτερικές συγκρούσεις που δεν είναι πάντοτε εύκολα προσβάσιμες μόνο μέσα από τη συζήτηση.
Και οι δύο προσεγγίσεις μπορούν να είναι ιδιαίτερα βοηθητικές σε περιπτώσεις τραύματος, άγχους, φοβιών, επίμονων αρνητικών πεποιθήσεων ή επαναλαμβανόμενων αντιδράσεων. Δεν είναι, όμως, κατάλληλες με τον ίδιο τρόπο για όλους. Προϋποθέτουν προσεκτική αξιολόγηση, σταθερή θεραπευτική σχέση και επαρκή προετοιμασία. Ιδιαίτερα στην εργασία με το τραύμα, ο στόχος δεν είναι να οδηγήσουμε τον άνθρωπο βιαστικά σε επώδυνες αναμνήσεις, αλλά να δημιουργήσουμε πρώτα την ασφάλεια και τη σταθερότητα που χρειάζεται για να μπορέσει να τις αντέξει και να τις επεξεργαστεί.
Το narcissistic abuse είναι ένας όρος που ακούγεται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια. Πώς μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει ότι βρίσκεται σε μια σχέση με στοιχεία ψυχολογικής κακοποίησης και, κυρίως, ποια είναι τα πρώτα βήματα για να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση και την προσωπική του δύναμη;
Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι δεν χρειάζεται να διαγνώσουμε τον άλλο άνθρωπο ως «ναρκισσιστή» για να αναγνωρίσουμε ότι μια σχέση μάς βλάπτει. Αυτό που χρειάζεται να εξετάσουμε είναι τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς και τον τρόπο με τον οποίο νιώθουμε και λειτουργούμε μέσα στη σχέση.
Ενδείξεις ψυχολογικής κακοποίησης μπορεί να είναι η συστηματική υποτίμηση, η διαστρέβλωση των γεγονότων, η συνεχής μετατόπιση της ευθύνης, η τιμωρητική σιωπή, ο υπερβολικός έλεγχος, η απομόνωση από φίλους και συγγενείς, η παραβίαση των ορίων και η εναλλαγή ανάμεσα στην εξιδανίκευση και την απαξίωση. Ένας άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να αμφισβητεί τη μνήμη και την κρίση του, να απολογείται διαρκώς, να προσέχει κάθε του λέξη και να αισθάνεται ότι, όσο κι αν προσπαθεί, ποτέ δεν είναι αρκετός.
Η απώλεια της αυτοπεποίθησης συνήθως δεν συμβαίνει από τη μια ημέρα στην άλλη. Γίνεται σταδιακά, μέσα από μικρές αλλά επαναλαμβανόμενες ακυρώσεις της πραγματικότητας και των συναισθημάτων του ανθρώπου.
Το πρώτο βήμα είναι να αρχίσει να εμπιστεύεται ξανά όσα αισθάνεται και παρατηρεί. Να μιλήσει με έναν ασφαλή άνθρωπο ή με έναν επαγγελματία, να περιορίσει την απομόνωση και να αναγνωρίσει ποια όρια παραβιάζονται. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει φόβος, απειλή ή κίνδυνος, είναι απαραίτητο να διαμορφωθεί ένα σχέδιο ασφάλειας και να αναζητηθεί εξειδικευμένη υποστήριξη.
Η προσωπική δύναμη δεν ξαναχτίζεται μέσα από μία μεγάλη πράξη. Επιστρέφει μέσα από πολλές μικρές επιλογές: όταν ο άνθρωπος λέει την αλήθεια του, όταν ακούει το σώμα του, όταν σταματά να ζητά άδεια για τις βασικές του ανάγκες και όταν αρχίζει να θυμάται ποιος ήταν πριν η σχέση τον πείσει να αμφιβάλλει για τον εαυτό του.
Έχετε επίσης σημαντική εμπειρία στη διαμεσολάβηση και στην επίλυση οικογενειακών και εργασιακών συγκρούσεων. Γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται τόσο πολύ να διαχειριστούν μια σύγκρουση χωρίς να οδηγηθούν σε ρήξη; Υπάρχει τρόπος μια σύγκρουση να μετατραπεί σε ευκαιρία για ουσιαστική επικοινωνία;
Οι περισσότερες συγκρούσεις δεν αφορούν μόνο το θέμα που βρίσκεται εκείνη τη στιγμή στο τραπέζι. Πίσω από μια διαφωνία για τα χρήματα, τον χρόνο, τις ευθύνες ή την επικοινωνία μπορεί να υπάρχει ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα: «Με υπολογίζεις;», «Με ακούς;», «Είμαι σημαντικός για σένα;», «Μπορώ να σε εμπιστευτώ;».
Όταν αγγίζονται παλαιότεροι φόβοι ή πληγές, οι άνθρωποι συχνά παύουν να ακούν για να καταλάβουν και αρχίζουν να ακούν για να αμυνθούν. Η σύγκρουση γίνεται τότε μια μάχη για το ποιος έχει δίκιο, ποιος θα επικρατήσει ή ποιος θα αποφύγει την ντροπή. Σταδιακά, το πραγματικό πρόβλημα χάνεται και ο ίδιος ο καβγάς γίνεται η ιστορία της σχέσης.
Μια σύγκρουση μπορεί να γίνει ευκαιρία επικοινωνίας όταν υπάρχει αρκετή ασφάλεια ώστε κάθε πλευρά να μπορέσει να μιλήσει όχι μόνο από τον θυμό της, αλλά και από την ευαλωτότητα που βρίσκεται κάτω από αυτόν. Χρειάζεται να διαχωρίσουμε την πρόθεση από την επίδραση, να αναγνωρίσουμε το μερίδιο της δικής μας ευθύνης και να ακούσουμε την εμπειρία του άλλου χωρίς να θεωρούμε ότι η αναγνώρισή της ακυρώνει τη δική μας.
Η επίλυση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα συμφωνήσουμε. Σημαίνει ότι μπορούμε να διαφωνήσουμε χωρίς να ταπεινώσουμε, να απειλήσουμε ή να διαγράψουμε ο ένας τον άλλο. Μερικές φορές η σύγκρουση ενδυναμώνει μια σχέση. Άλλες φορές αποκαλύπτει ότι χρειάζονται σαφέστερα όρια ή ακόμη και απομάκρυνση. Και τα δύο μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστική γνώση.
Το πένθος και η απώλεια είναι εμπειρίες που, αργά ή γρήγορα, αγγίζουν όλους μας. Υπάρχει ένας «σωστός» τρόπος να πενθήσουμε ή είναι διαφορετική η διαδικασία για κάθε άνθρωπο;
Δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να πενθήσουμε ούτε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μέσα στο οποίο οφείλουμε να έχουμε «ξεπεράσει» την απώλεια. Το πένθος είναι τόσο προσωπικό όσο και η σχέση με αυτό που χάθηκε.
Δεν πενθούμε μόνο τον θάνατο ενός αγαπημένου ανθρώπου. Πενθούμε μια σχέση, μια πατρίδα, μια ταυτότητα, την υγεία μας, μια δυνατότητα που δεν πραγματοποιήθηκε ή το μέλλον που πιστεύαμε ότι θα είχαμε. Γι’ αυτό και η εμπειρία μπορεί να περιλαμβάνει θλίψη, θυμό, ενοχή, ανακούφιση, μούδιασμα, ακόμη και στιγμές χαράς. Αυτά τα συναισθήματα δεν ακολουθούν πάντα μια προβλέψιμη σειρά και συχνά συνυπάρχουν.
Το πένθος δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Μπορεί να επιστρέψει σε μια επέτειο, σε μια μυρωδιά, σε ένα τραγούδι ή σε μια σημαντική στιγμή της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος γύρισε πίσω ή ότι «δεν προχώρησε». Σημαίνει ότι η αγάπη και η απώλεια συνεχίζουν να έχουν θέση μέσα του.
Στόχος δεν είναι να ξεχάσουμε ή να διαγράψουμε τη σχέση με αυτό που χάσαμε. Είναι να βρούμε έναν τρόπο να κουβαλάμε αυτή τη σχέση χωρίς ο πόνος να καταλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή μας. Όταν, όμως, η θλίψη παραμένει τόσο έντονη ώστε ο άνθρωπος δεν μπορεί να λειτουργήσει ή χάνει κάθε αίσθηση νοήματος και ελπίδας, είναι σημαντικό να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια.
Ως καθηγήτρια αλλά και ως επόπτρια νέων θεραπευτών, ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για τους νέους επαγγελματίες ψυχικής υγείας σήμερα; Και ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που θα θέλατε να τους μεταδώσετε;
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι η πίεση να γνωρίζουν αμέσως την απάντηση και να αποδεικνύουν ότι είναι αποτελεσματικοί προσφέροντας γρήγορες λύσεις. Οι νέοι θεραπευτές μπορεί να αισθάνονται ότι πρέπει να μειώσουν αμέσως κάθε σύμπτωμα, να πουν την τέλεια φράση ή να χρησιμοποιήσουν τη σωστή τεχνική. Αυτή η αγωνία είναι κατανοητή, αλλά μπορεί να τους απομακρύνει από τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί τους.
Το σημαντικότερο μάθημα που θα ήθελα να τους μεταδώσω είναι να μάθουν να αντέχουν το «δεν γνωρίζω ακόμη». Να παραμένουν παρόντες, να ακούν με περιέργεια και να μην επιβάλλουν βιαστικά το δικό τους νόημα στην εμπειρία του άλλου.
Ο θεραπευτής δεν είναι ένας ουδέτερος παρατηρητής χωρίς συναισθήματα και προσωπική ιστορία. Η αυτογνωσία, η εποπτεία και η συνεχής εκπαίδευση είναι απαραίτητες, ώστε να μπορεί να αναγνωρίζει πότε οι δικοί του φόβοι, οι προκαταλήψεις ή η ανάγκη του να «σώσει» τον άλλο επηρεάζουν τη θεραπεία.
Η ευαλωτότητα δεν είναι το αντίθετο της επαγγελματικής επάρκειας. Όταν συνοδεύεται από όρια, υπευθυνότητα και αναστοχασμό, μπορεί να γίνει πηγή αυθεντικής σύνδεσης. Δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι θεραπευτές. Χρειάζεται να είμαστε παρόντες, έντιμοι, υπεύθυνοι και πρόθυμοι να συνεχίζουμε να μαθαίνουμε.
Ζούμε σε μια εποχή όπου το άγχος, η πίεση και η αίσθηση εξουθένωσης έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας πολλών ανθρώπων. Ποια σημάδια δεν πρέπει να αγνοούμε όταν το άγχος ή η θλίψη αρχίζουν να επηρεάζουν ουσιαστικά τη ζωή μας;
Δεν πρέπει να αγνοούμε τις επίμονες αλλαγές στον ύπνο, στην όρεξη, στην ενέργεια και στη συγκέντρωση, τη συνεχή ευερεθιστότητα, την κοινωνική απόσυρση, την απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που παλαιότερα μας έδιναν χαρά και την αίσθηση ότι ακόμη και οι απλές καθημερινές υποχρεώσεις έχουν γίνει δυσβάσταχτες.
Το σώμα συχνά εκφράζει αυτό που ο άνθρωπος προσπαθεί να αντέξει σιωπηλά: πονοκέφαλοι, μυϊκή ένταση, ταχυπαλμίες, στομαχικές ενοχλήσεις, κρίσεις πανικού ή μια μόνιμη αίσθηση εξάντλησης. Άλλα σημάδια είναι η αυξημένη χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, η υπερβολική εργασία ως τρόπος αποφυγής και η αίσθηση ότι δεν μπορούμε ποτέ πραγματικά να ηρεμήσουμε.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι να μην μπορούμε πλέον να λειτουργήσουμε. Η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας δεν είναι υπερβολή ούτε αποτυχία. Είναι μια πράξη φροντίδας και ευθύνης απέναντι στον εαυτό μας. Εάν εμφανίζονται σκέψεις αυτοτραυματισμού, αυτοκτονίας ή ότι η ζωή δεν αξίζει, χρειάζεται άμεση επικοινωνία με υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή ειδικό ψυχικής υγείας.
Θα ήθελα να κλείσουμε με κάτι πιο προσωπικό: μετά από τόσα χρόνια δίπλα σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τραύμα, απώλεια, συγκρούσεις και μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους, τι έχετε μάθει εσείς η ίδια για τη δύναμη, την ανθεκτικότητα και την ανθρώπινη φύση;
Έχω μάθει ότι δύναμη δεν είναι να μην πονάμε, να μη λυγίζουμε ή να μη χρειαζόμαστε κανέναν. Πολύ συχνά δύναμη είναι να μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι πονάμε, να ζητήσουμε βοήθεια και να παραμείνουμε σε επαφή με τον εαυτό μας ακόμη κι όταν δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η έκβαση.
Η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι επιστρέφουμε ακριβώς σε αυτό που ήμασταν πριν. Ορισμένες εμπειρίες μάς αλλάζουν. Η ανθεκτικότητα βρίσκεται στην ικανότητά μας να δημιουργούμε νόημα, να ανασυνθέτουμε την ταυτότητά μας και να συνεχίζουμε χωρίς να αρνούμαστε όσα ζήσαμε.
Έχω επίσης μάθει ότι οι άνθρωποι είναι πολύ πιο σύνθετοι από τις ταμπέλες που τους αποδίδουμε. Μπορούν να αγαπούν και ταυτόχρονα να φοβούνται την οικειότητα. Μπορούν να επιθυμούν την αλλαγή και παράλληλα να αντιστέκονται σε αυτήν. Μπορούν να πληγώνουν τους άλλους μέσα από τους τρόπους με τους οποίους έμαθαν κάποτε να προστατεύουν τον εαυτό τους. Η κατανόηση αυτής της πολυπλοκότητας δεν καταργεί την ευθύνη ούτε σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε την κακοποίηση. Μας βοηθά, όμως, να βλέπουμε βαθύτερα.
Κυρίως, έχω μάθει ότι η θεραπεία αρχίζει όταν ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πλέον να κρύβει τα πιο ευάλωτα κομμάτια του για να παραμείνει αποδεκτός. Πολλές φορές, αυτό που αλλάζει μια ζωή δεν είναι μια εντυπωσιακή παρέμβαση, αλλά η εμπειρία του να μπορεί κάποιος να πει ολόκληρη την αλήθεια του και να ανακαλύψει ότι δεν είναι μόνος, δεν είναι αδύναμος και δεν είναι πέρα από τη δυνατότητα της αλλαγής.



