Ρετρό

Retro Ελλάδα

Κάποτε, η Κυριακή στη γειτονιά είχε τη δική της μυρωδιά. Μύριζε ψητό φαγητό, φρεσκοψημένο ψωμί και ζεστό ταψί που μόλις είχε βγει από τον φούρνο.

Από νωρίς το πρωί, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το κυριακάτικο φαγητό με περισσή φροντίδα. Το έστρωναν στο μεγάλο ταψί, το σκέπαζαν με μια καθαρή πετσέτα και το έστελναν στον φούρνο της γειτονιάς. Εκεί, πλάι στα καρβέλια και στα ταψιά των άλλων σπιτιών, ψηνόταν αργά, μέσα στη γλυκιά ζέστη του ξυλόφουρνου.

Το ψήσιμο του κυριακάτικου φαγητού στον φούρνο της γειτονιάς με αντίτιμο συνήθως λίγες δραχμές ήταν μια αγαπημένη συνήθεια σε όλη την Ελλάδα στα παλιότερα χρόνια εφόσον δεν είχε ο καθένας την κουζίνα του.

Κι όταν πλησίαζε το μεσημέρι, τα σοκάκια γέμιζαν παιδιά που έτρεχαν να φέρουν πίσω το φαγητό στο σπίτι. Κρατούσαν το καυτό ταψί προσεκτικά, σαν μικρό οικογενειακό θησαυρό, ενώ οι μυρωδιές ξεχύνονταν στον δρόμο και πρόδιδαν το μενού κάθε σπιτιού.Ήταν μια απλή κυριακάτικη συνήθεια. Μα σήμερα, στη μνήμη, μοιάζει σχεδόν τελετουργία· μια εικόνα από έναν κόσμο όπου η γειτονιά ήταν μια μεγάλη αυλή και ο φούρνος της το ζεστό της κέντρο.


Ήταν μια πρακτική που συμβόλιζε μια ολόκληρη εποχή .Το κυριακάτικο μενού περιλάμβανε  γιουβέτσι, ψητό αρνί ή κατσικάκι, ψητό χοιρινό, γεμιστά, μουσακά ή παστίτσιο, πατάτες σκέτες  και σπανιότερα ψητό κοτόπουλο.Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το ταψί με το φαγητό και αμέσως μετά την Κυριακάτικη Λειτουργία, οι γειτονιές

Ο φούρνος ήταν ήδη αναμμένος σπο το πρωί.Από την πόρτα του ξεχυνόταν εκείνη η βαριά, γλυκιά ζέστη, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του ψωμιού, του ψημένου κρέατος και της ντομάτας που είχε αρχίσει να μελώνει. Ο φούρναρης ήξερε σχεδόν όλους τους πελάτες του με το μικρό τους όνομα — και συχνά ήξερε και σε ποιο σπίτι ανήκε κάθε ταψί πριν ακόμη του το πουν.

Το ένα έμπαινε δίπλα στο άλλο. Μεγάλα, μικρά, στρογγυλά, τετράγωνα, παλιά ταψιά σημαδεμένα από χρόνια χρήσης. Το καθένα έκρυβε μέσα του το κυριακάτικο τραπέζι μιας οικογένειας.

Και κάπως έτσι ο φούρνος της γειτονιάς γινόταν για λίγες ώρες μια μεγάλη κοινή κουζίνα.

Εκεί ψήνονταν μαζί τα φαγητά των ανθρώπων, μα μαζί τους ψηνόταν και κάτι από την ίδια τη ζωή της γειτονιάς. Ένα «καλημέρα», ένα νέο για κάποιον που αρραβωνιάστηκε, μια κουβέντα για το παιδί που έφυγε φαντάρος, λίγα πειράγματα, τα νέα της εβδομάδας. Κανείς δεν βιαζόταν πολύ. Οι άνθρωποι είχαν ακόμη χρόνο να σταθούν στην πόρτα και να ανταλλάξουν δυο κουβέντες.

Κι όσο πλησίαζε το μεσημέρι,οι δρόμοι μοσχοβολούσαν.

Τα ψημένα πια ταψιά έβγαιναν ένα ένα από τον φούρνο, καυτά, με τις πατάτες ροδοκοκκινισμένες στις άκρες και τις σάλτσες να σιγοβράζουν ακόμη. Τα παιδιά επέστρεφαν στο σπίτι πολύ πιο προσεκτικά τώρα. Η μυρωδιά τα βασάνιζε σε όλη τη διαδρομή και καμιά φορά ένα δάχτυλο πλησίαζε κρυφά σε κάποια ξεροψημένη πατάτα — με τον φόβο πάντα μήπως η μάνα καταλάβει την «κλοπή».Και βέβαια καταλάβαινε.

Ύστερα το ταψί έμπαινε στη μέση του τραπεζιού. Το καλό τραπεζομάντιλο είχε στρωθεί, το ψωμί είχε κοπεί, το κρασί περίμενε στο τραπέζι και οι καρέκλες γέμιζαν μία μία. Παππούδες, γονείς, παιδιά, καμιά φορά θείοι και ξαδέλφια. Οι φωνές μπλέκονταν με τα κουτάλια και τα πιρούνια, κάποιος ζητούσε κι άλλη πατάτα, κάποιος βουτούσε ψωμί στη σάλτσα κι από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το φως του κυριακάτικου μεσημεριού.

Δεν υπήρχαν πολλά. Υπήρχε όμως εκείνη η παράξενη πολυτέλεια του να βρίσκονται όλοι μαζί.

Σήμερα οι παλιοί φούρνοι λιγόστεψαν, οι αυλές έκλεισαν, τα σοκάκια γέμισαν αυτοκίνητα και το κυριακάτικο φαγητό ψήνεται πια εύκολα στον φούρνο κάθε σπιτιού. Κερδίσαμε ευκολίες, μα εκείνη η μικρή διαδρομή με το ταψί χάθηκε σχεδόν από τη ζωή μας.Έμεινε όμως στις αναμνήσεις.

Στη μυρωδιά μιας πατάτας που έχει μελώσει μέσα στο ταψί. Στο άρωμα του ζεστού ψωμιού. Στην εικόνα ενός παιδιού που περπατά προσεκτικά στο σοκάκι κρατώντας το κυριακάτικο φαγητό της οικογένειας.

Και ίσως, αν κλείσεις για λίγο τα μάτια, να μπορείς ακόμη να τη δεις εκείνη την παλιά γειτονιά. Να ακούσεις τις φωνές από τις αυλές, ένα ραδιόφωνο από κάποιο ανοιχτό παράθυρο και τον φούρναρη να φωνάζει πως τα ταψιά είναι έτοιμα.

Και να μυρίσεις ξανά εκείνη την Κυριακή. Την Κυριακή που δεν την έδειχνε μόνο το ημερολόγιο.Την καταλάβαινες από τη μυρωδιά που ερχόταν από τον φούρνο της γειτονιάς. με ταψιά σκεπασμένα με πετσέτες που κατευθύνονταν στον φούρνο για το ψήσιμο.

Κείμενο :Α.Αγγέλου /enjoy magazines

Για όλα τα θέματα που αφορούν την επικαιρότητα ακολουθήστε την σελίδα μας στο facebook: https://www.facebook.com/enjoynews.gr/

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button