ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΝΤΕΚΑ…την σκότωσε γιατί ήταν γυναίκα.

γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου  

 

 

Από την εποχή της Ιφιγένειας, δεκάδες «θυσιάζονται» κάθε χρόνο στο βωμό της ανδρικής επιθυμίας για πόλεμο ή κατάκτηση. Ακόμη κι η λέξη, έχει ως δεύτερο συνθετικό την «κτήση». 11 γυναίκες. Στην Ελλάδα. Στο διάστημα ενός χρόνου.
Δεν είναι η «αγάπη» που οπλίζει τα χέρια των δολοφόνων κι ας γράφουν οι άσχετοι δημοσιογραφίσκοι που πουλάνε αίμα και ψέμα, αναπαραγάγοντας κακοφορμισμένα και άθλια σεξιστικά στερεότυπα. Πως να κλίνεις το ρήμα «αγαπώ» δίπλα στο «φονεύω»; Είναι μια συσχέτιση που ακυρώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι το μαχαίρι -με λάμα ή χωρίς- εκείνων που μεγάλωσαν με εσφαλμένα πρότυπα, κι άλλοτε θέλουν τη γυναίκα «παναγία» κι άλλοτε, «πόρνη»…
«Δεν σε έχω, δεν σε κατέχω, άρα δεν σου αξίζει να ζεις… Δεν σε έχω εγώ, δεν θα σε έχει κανείς…»
«Οι άντρες δεν κλαίνε» μαλώνουμε τα μικρά αγοράκια, όταν πέσουν και χτυπήσουν, όταν χάσουν ένα παιχνίδι ή μια αγάπη. «Τι άντρας είσαι και φοβάσαι το σκοτάδι;» λέμε στο παιδάκι που σκιάζεται τις σκιές του δωματίου του τη νύχτα. «Δείξε τους πόσο άντρας είσαι…» παρακινούμε το νέο ή τον έφηβο να αντιμετωπίσει τις αθλητικές, σχεσιακές ή κοινωνικές προκλήσεις.
«Ξέρεις-ρε-ποιος-είμαι-εγώ» δηλώνει ο πατέρας-αφέντης στο όργανο της τάξεως που του κάνει παρατήρηση για παράβαση του οδικού κώδικα. Ουρλιάζει και «πλακώνεται» φραστικά ο εκλεγμένος τραμπουκίσκος εντός Βουλής που φορά ακριβό μανικετόκουμπο για να κρύψει τη σιδερογροθιά. Απειλεί τους κατώτερους ο «δημοκράτης» που μπήκε με μέσον στο δημόσιο, λυμαίνεται την υπηρεσία του και κάνει χάρες και χαρές με «φακελάκια». Ο μέσος ψηφοφόρος ρίχνει στην κάλπη το «κουκί» σε αυτόν που τον τρομοκρατεί, για να τον απαλλάξει από εκείνον που φοβάται. Ο νοσηρά περίεργος και ο κρυφίως κουτσομπόλης, στήνει αυτί στη διπλανή πόρτα και στο γείτονα που ξυλοφορτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του, αλλά δεν τολμά να παρέμβει γιατί… «δεν του πέφτει λόγος».
Η μάνα, που καθυποταγμένη η ίδια, ξεσπά τις ανοχές της μεγαλώνοντας διαφορετικά το αγόρι από το κορίτσι. Οι κατ’ επίφασιν «γονείς» που αγοράζουν μια καραβιά παιχνίδια στα βλαστάρια τους και tablet από το προνήπιο, για να «ησυχάσουν τα κεφάλια τους». Που πετούν παππούδες και γιαγιάδες στον σκουπιδοτενεκέ του «οίκου ευγηρίας» γιατί δεν έχουν χρόνο, μήτε ανθρωπιά. Η κυράτσα, που διδάσκει την τεχνική της εξαπάτησης στις κόρες της, όντας η ίδια εξαπατημένη κι απατημένη.
Εκείνος που κρυφογελούσε κι επιχαίρονταν γιατί βρέθηκε ένας «άντρας» να κάνει την αμετροεπή Λιάνα να… «σκάσει» με ένα χαστούκι, είναι ο ίδιος που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον όποιο πολιτικό νταή, ο οποίος του ξεπουλά τη ζωή του και καταδικάζει τα παιδιά του στην ανεργία ή την υποαπασχόληση. Είναι αυτός που δεν τόλμησε να εμποδίσει τους μαυροφορεμένους φουσκωτούς φασίστες να καπηλεύονται την ιστορία της χώρας και τη σημαία της. Είναι εκείνος που ανέχεται τους, στεντορεία τη φωνή, διαλαλούντες τις πολιτικές τους πραμάτειες. Είναι ο φρονιμεμένος, που θαυμάζει τον τσαμπουκά των άλλων κι ο μικροαστούλης, με φοβικό σύνδρομο έναντι των ισχυρών.
Είμαι εγώ που παριστάνω τον «άνθρωπο» αλλά όταν ένα παιδί κλαίει γιατί έφαγε ξύλο, κλείνω τα παντζούρια και… «κοιτάζω τη δουλειά μου». Είσαι εσύ, που θεωρείς τη μάνα σου αγία κι όλες τις άλλες γυναίκες, πόρνες. Είναι ο απαίδευτος μιντιάνθρωπος που κρεμά τα μανταλάκια «όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες» από το θάνατο μιας ακόμη ανθρώπινης ύπαρξης, αποδίδοντας ελαφρυντικά του τύπου «τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε» στο δράστη. Είμαστε όλοι εμείς που μένουμε απαθείς και άπραγοι στον διογκούμενο κιτρινισμό, στην καταστρατήγηση όλων των κανόνων δεοντολογίας, στη σύληση μιας σορού.
Όλοι μας, συμμέτοχοι και συνένοχοι στο επαναλαμβανόμενο έγκλημα της γυναικοκτονίας που διαπράττεται σε μιαν Ελλάδα που διεκδικεί το ευρωπαϊκό της προφίλ, μη έχοντας ξεφύγει ωστόσο από τα ανατολίτικα πρότυπα. Με ποιά παιδεία θωρακίζεται το δικαίωμα των ανθρώπων στην ισότητα μα και την διαφορετικότητα; Με ποιές επιμορφωτικές πρακτικές και ποιά θεσπιζόμενα μέτρα στήριξης της οικογένειας, που πελαγοδρομεί υπό τη συμπίεση της οικονομικής δυστοκίας και της κοινωνικής απομόνωσης;
Η κοινωνία μας μένει απαθής σα μουδιασμένη, γιατί σκιάζεται το κακό. Μα αυτό επελαύνει αφεύκτως εφόσον δεν εξορκίζεται η ύβρις. Εφόσον η νέμεσις βραδυπορεί.

11 γυναίκες, μέσα σε έναν χρόνο. Κακοποιήθηκαν, δάρθηκαν, βιάστηκαν, σκοτώθηκαν. Όχι για εκείνο το έρμο το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στο «όχι».

Αλλά για εκείνο το μεγάλο «ναι» στη ζωή, που κυοφορεί κάθε θηλυκή ύπαρξη…

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button