
Παραδοσιακά φαγητά με τα οποία μεγάλωσαν γενιές Ελλήνων. Γεύσεις απλές που όμως χόρταιναν τους Έλληνες τον περασμένο αιώνα και συνδεόταν άμεσα και με τις παραγωγές των αγροτών και που τώρα έχουν χαθεί. Ή κάποια εξ αυτών αναζητούνται από τους νεότερους εξαιτίας των θρεπτικών συστατικών που περιλαμβάνουν.
Η μπομπότα
Γνωστή και ως το ψωμί ή η πίτα των φτωχών, η μπομπότα ήταν η εναλλακτική του σπάνιου σε δύσκολες περιόδους αλευριού από σιτάρι. Ήταν στην ουσία ένας χυλός από καλαμποκάλευρο, αλατισμένο νερό και λάδι, αυγό ή κάποια γέμιση, αν υπήρχε.
Πλιγούρι και τραχανάς
Στην ύπαιθρο το μπλουγούρι (γνωστό πλέον ευρέως ως πλιγούρι) και ο τραχανάς ήταν πάντα χειροποίητα. Και πιο διαδεδομένα από τα ζυμαρικά όπως τα μακαρόνια και το ρύζι που μπήκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην κουζίνα. Και κέρδισαν το… μονοπώλιο των συνοδευτικών στα πιάτα.
Το πλιγούρι είναι ψιλό δημητριακό από αποξηραμένο σιτάρι και ο τραχανάς, ξινός ή γλυκός, είναι ζυμαρικό φτιαγμένο από αλεύρι και γάλα ή γιαούρτι. Ευτυχώς, αυτά τα δύο χαμένα τρόφιμα, επανήλθαν το τελευταίο διάστημα. Ακόμα και στις κουζίνες μεγάλων σεφ, που αποφάσισαν να πρωτοτυπήσουν με μια επιστροφή σε παλιές αξίες. Κάνοντας τάση το «τραχανότο» ή βρίσκοντας στο πλιγούρι το «νέο» super food.
Η φασολάδα είναι το εθνικό μας φαγητό ή τουλάχιστον έτσι μας έμαθαν στο σχολείο.Τα φασόλια ήταν το «κρέας των φτωχών και μεγάλωσαν γενιές Ελλήνων και με με 4-5 απλά, φτηνά, ταπεινά υλικά ζέσταινε πεινασμένα στομάχια και έτρεφε κόσμο .Φυσικά δεν έχουν ποτέ χάσει τη θέση τους στο τραπέζι μας αλλά κάποτε ήταν απο τα βασικά φαγητά της Ελληνικής οικογένειας.
Τα ρεβίθια στην Κατοχή ήταν χρήσιμα ακόμα και για την παρασκευή υποκατάστατου ροφημάτων όπως ο καφές. Αλλά με το συγκεκριμένο όσπριο και αλεύρι, φτιαχνόταν και ψωμί, το λεγόμενο ρεβιθόψωμο που με λίγο αλεύρι και λάδι, γέμιζε το τραπέζι σε εποχές ανέχειας.
Τσιγαρίδες
Σε παλαιότερες εποχές ανά την Ελλάδα – και σε κάποιες επαρχίες ακόμη – κάθε οικογένεια είχε το γουρουνάκι της, που «θυσιαζόταν» κοντά στα Χριστούγεννα. Επειδή όμως δεν έπρεπε να πάει χαμένο καθόλου κρέας, τα μικρά κομμάτια από ξύγκι που περίσσευαν, έμπαιναν σε καζάνια με νερό και αλάτι, και προέκυπταν κομμάτια χοιρινού σαν μπέικον, που διατηρούνταν για ολόκληρο τον χρόνο.








