Σεισμοί στη Βενεζουέλα: Οι διασώσεις δίνουν ελπίδα, αλλά ο χρόνος γίνεται ο μεγαλύτερος αντίπαλος

Ωστόσο, καθώς έχουν περάσει πλέον περισσότερες από 100 ώρες από την καταστροφή, οι πιθανότητες να εντοπιστούν νέοι επιζώντες μειώνονται δραματικά.
Οι ακούραστες προσπάθειες των σωστικών συνεργείων οδήγησαν στη διάσωση δεκάδων ανθρώπων, ανάμεσά τους δύο 11χρονα αγόρια και ένα βρέφος. Η υπηρεσιακή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκεζ, επιβεβαίωσε μέσω της κρατικής τηλεόρασης ότι συνολικά 33 άτομα έχουν διασωθεί ζωντανά.
Παρά τη σημασία κάθε ανθρώπινης ζωής που σώζεται, ο αριθμός αυτός ωχριά μπροστά στο μέγεθος της τραγωδίας.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, Χόρχε Ροντρίγκεζ, τουλάχιστον 1.450 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ οι αγνοούμενοι υπολογίζονται σε περίπου 55.000.
Ανεπίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερους από 10.000 ανθρώπους που ενδέχεται να παραμένουν νεκροί κάτω από τα ερείπια.
Παράλληλα, οι τραυματίες ανέρχονται σε 3.150, ενώ περισσότεροι από 12.700 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους.
Συνολικά 774 κτίρια έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή έχουν καταρρεύσει, μεταξύ αυτών και 38 νοσοκομεία, τα οποία, σύμφωνα με τις αρχές, αποκαθίστανται με ταχείς ρυθμούς.
Μέχρι στιγμής, ανθρωπιστική βοήθεια έχει φτάσει σε σχεδόν 74.000 οικογένειες, ενώ έχουν διανεμηθεί περισσότεροι από 7.200 τόνοι τροφίμων.
Η κυβέρνηση εξέφρασε επίσης την ευγνωμοσύνη της προς τη διεθνή κοινότητα, καθώς 2.624 διασώστες και 137 σκύλοι έρευνας και διάσωσης συμμετέχουν στις επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, η UNICEF εκτιμά ότι περίπου 680.000 παιδιά χρειάζονται άμεση ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ οι οργανώσεις αρωγής επισημαίνουν πως, πέρα από τις βασικές ανάγκες, είναι επιτακτική και η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης στους πληγέντες.
«Η μυρωδιά του αίματος»
Οι αριθμοί αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος της καταστροφής. Η πραγματική εικόνα στην πολιτεία Λα Γκουάιρα είναι ακόμη πιο σκληρή.
Όσο πλησιάζει κανείς στο κέντρο της πληγείσας περιοχής, η έκταση της καταστροφής γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.
Μια έντονη οσμή, που αρκετοί κάτοικοι περιγράφουν ως «η μυρωδιά του αίματος», έχει καλύψει την περιοχή, αναμεμειγμένη με σκόνη και τσιμέντο, αναγκάζοντας πολλούς να φορούν μάσκες.
Στους δρόμους επικρατεί σιωπή και απόγνωση, με κατοίκους να περιφέρονται εμφανώς σοκαρισμένοι από όσα έχουν βιώσει.
«Υπάρχει ακόμη ελπίδα»
Ο επικεφαλής της ελβετικής ομάδας διάσωσης, Σεμπάστιαν Έουγκστερ, είχε δηλώσει στο Reuters ότι οι πιθανότητες εντοπισμού επιζώντων μειώνονται σημαντικά μετά τις πρώτες 72 ώρες.
Παρόλα αυτά, ο συντονιστής του ΟΗΕ, Τζιανλούκα Ραμπόλα, μιλώντας στο BBC από τη Λα Γκουάιρα, τόνισε ότι οι ειδικοί δεν έχουν εγκαταλείψει την ελπίδα. Όπως εξήγησε, η μορφή κατάρρευσης ορισμένων κτιρίων ενδέχεται να έχει δημιουργήσει θύλακες επιβίωσης, επιτρέποντας σε εγκλωβισμένους να παραμείνουν ζωντανοί.
Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι «ο χρόνος πιέζει», ιδιαίτερα λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που επικρατούν στην περιοχή.
Πάνω από τη Λα Γκουάιρα, ελικόπτερα συνεχίζουν αδιάκοπα τις πτήσεις, ενώ τα σωστικά συνεργεία, μαζί με εκατοντάδες εθελοντές κατοίκους, δίνουν έναν αγώνα χωρίς διακοπή.
Πολλοί σκάβουν ακόμη και με γυμνά χέρια μέσα στα χαλάσματα, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την προσπάθεια όσο υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να βρεθεί κάποιος ζωντανός.
Οι 33 άνθρωποι που ανασύρθηκαν ζωντανοί από τα συντρίμμια των φονικών σεισμών στη Βενεζουέλα μέσα στο τελευταίο 48ωρο χάρισαν στιγμές συγκίνησης και αναπτέρωσαν το ηθικό των διασωστών, αλλά και των οικογενειών που εξακολουθούν να αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους.
Ωστόσο, καθώς έχουν περάσει πλέον περισσότερες από 100 ώρες από την καταστροφή, οι πιθανότητες να εντοπιστούν νέοι επιζώντες μειώνονται δραματικά.
Οι ακούραστες προσπάθειες των σωστικών συνεργείων οδήγησαν στη διάσωση δεκάδων ανθρώπων, ανάμεσά τους δύο 11χρονα αγόρια και ένα βρέφος.
Η υπηρεσιακή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκεζ, επιβεβαίωσε μέσω της κρατικής τηλεόρασης ότι συνολικά 33 άτομα έχουν διασωθεί ζωντανά. Παρά τη σημασία κάθε ανθρώπινης ζωής που σώζεται, ο αριθμός αυτός ωχριά μπροστά στο μέγεθος της τραγωδίας.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, Χόρχε Ροντρίγκεζ, τουλάχιστον 1.450 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ οι αγνοούμενοι υπολογίζονται σε περίπου 55.000.
Ανεπίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερους από 10.000 ανθρώπους που ενδέχεται να παραμένουν νεκροί κάτω από τα ερείπια.
Παράλληλα, οι τραυματίες ανέρχονται σε 3.150, ενώ περισσότεροι από 12.700 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους.
Συνολικά 774 κτίρια έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή έχουν καταρρεύσει, μεταξύ αυτών και 38 νοσοκομεία, τα οποία, σύμφωνα με τις αρχές, αποκαθίστανται με ταχείς ρυθμούς.
Μέχρι στιγμής, ανθρωπιστική βοήθεια έχει φτάσει σε σχεδόν 74.000 οικογένειες, ενώ έχουν διανεμηθεί περισσότεροι από 7.200 τόνοι τροφίμων.
Η κυβέρνηση εξέφρασε επίσης την ευγνωμοσύνη της προς τη διεθνή κοινότητα, καθώς 2.624 διασώστες και 137 σκύλοι έρευνας και διάσωσης συμμετέχουν στις επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, η UNICEF εκτιμά ότι περίπου 680.000 παιδιά χρειάζονται άμεση ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ οι οργανώσεις αρωγής επισημαίνουν πως, πέρα από τις βασικές ανάγκες, είναι επιτακτική και η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης στους πληγέντες.
«Η μυρωδιά του αίματος»
Οι αριθμοί αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος της καταστροφής. Η πραγματική εικόνα στην πολιτεία Λα Γκουάιρα είναι ακόμη πιο σκληρή. Όσο πλησιάζει κανείς στο κέντρο της πληγείσας περιοχής, η έκταση της καταστροφής γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.
Μια έντονη οσμή, που αρκετοί κάτοικοι περιγράφουν ως «η μυρωδιά του αίματος», έχει καλύψει την περιοχή, αναμεμειγμένη με σκόνη και τσιμέντο, αναγκάζοντας πολλούς να φορούν μάσκες.
Στους δρόμους επικρατεί σιωπή και απόγνωση, με κατοίκους να περιφέρονται εμφανώς σοκαρισμένοι από όσα έχουν βιώσει.
«Υπάρχει ακόμη ελπίδα»
Ο επικεφαλής της ελβετικής ομάδας διάσωσης, Σεμπάστιαν Έουγκστερ, είχε δηλώσει στο Reuters ότι οι πιθανότητες εντοπισμού επιζώντων μειώνονται σημαντικά μετά τις πρώτες 72 ώρες.
Παρόλα αυτά, ο συντονιστής του ΟΗΕ, Τζιανλούκα Ραμπόλα, μιλώντας στο BBC από τη Λα Γκουάιρα, τόνισε ότι οι ειδικοί δεν έχουν εγκαταλείψει την ελπίδα.
Όπως εξήγησε, η μορφή κατάρρευσης ορισμένων κτιρίων ενδέχεται να έχει δημιουργήσει θύλακες επιβίωσης, επιτρέποντας σε εγκλωβισμένους να παραμείνουν ζωντανοί.
Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι «ο χρόνος πιέζει», ιδιαίτερα λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που επικρατούν στην περιοχή.
Πάνω από τη Λα Γκουάιρα, ελικόπτερα συνεχίζουν αδιάκοπα τις πτήσεις, ενώ τα σωστικά συνεργεία, μαζί με εκατοντάδες εθελοντές κατοίκους, δίνουν έναν αγώνα χωρίς διακοπή.
Πολλοί σκάβουν ακόμη και με γυμνά χέρια μέσα στα χαλάσματα, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την προσπάθεια όσο υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να βρεθεί κάποιος ζωντανός.



