Ρετρό

Η Singer δεν τραγουδάει πια…

                                                                                     
                                                              της δημοσιογράφου Μαργαρίτα Ικαρίου

Ήχος κροταλιστός, συνεχής. Μυρωδιά από φρυγανιστό ψωμάκι, κουβέρτες βαριές, το γάλα στο κομοδίνο, ένα καλοριφέρ «λαδιού» να προσπαθεί να «σπάσει» το κρύο της μονοκατοικίας που μεγάλωσα.                                                                                                  

 

Μια δυνατή, κελαρυστή φωνή που με καλούσε να ξυπνήσω για να μην αργήσω στο σχολείο. Η μπλε «ποδιά» φρεσκοσιδερωμένη στην καρέκλα και το πρωινό χτένισμα στα μονίμως ατίθασα μαλλιά, ήταν η πιο τρυφερή της πράξη μέσα στη μέρα. Τα κατσαρά μαλλιά πονούσαν στο τράβηγμα, μα το τραγούδι της στα αυτιά μου, μαλάκωνε τον πόνο. Τα στερέωνε ψηλά στο κεφάλι με ένα χοντρό λάστιχο, έδενε έναν φιόγκο από λευκό ύφασμα και έπλεκε τον πολυπλόκαμο θύσανο σε μπούκλες, που φτάναν ως τη μέση. Πριν με αποχαιρετήσει με ένα φιλί, είχε ήδη ξανακάτσει μπροστά στη singer και γάζωνε μετά μανίας, σιγοτραγουδώντας…

Στην ίδια θέση την έβρισκα όταν γύριζα το μεσημέρι από το σχολείο, εκεί καθόμουν και της μιλούσα ακατάπαυστα όταν τέλειωνα τα μαθήματά μου, στο ράψιμο την άφηνα κάθε βράδυ που πήγαινα απρόθυμα για ύπνο. Πότε έκανε τις τόσες δουλειές, πότε μαγείρευε, καθάριζε, τακτοποιούσε, ποτέ δεν κατάλαβα.

Στα παιδικά μου μάτια ήταν κάτι σαν «υπερηρωίδα» που τα είχε όλα έτοιμα με κάποιο «μαγικό» τρόπο. Τα ρούχα μας μοσχομύριζαν σαπούνι, το σπίτι ήταν πάντα πεντακάθαρο μέχρι σημείου εμμονής, στο τραπέζι το φαγητό ήταν πεντανόστιμο και καλοψημένο, τα πουκάμισα του πατέρα μου ατσαλάκωτα κρέμονταν πάντα στο πόμολο της ξύλινης ντουλάπας, για να μην κάνουν «ζάρες».

Η μηχανή ραπτικής, η παλιά μπιρμπιλωτή μαύρη singer κελαηδούσε από το πρωί ως το βράδυ. Τραγουδούσε στο ρυθμό των υφασμάτων, πιο αργά στα μάλλινα, πιο γρήγορα στα βαμβακερά, με ρυθμό καντρίλιας στα τσίτια. Σε ένα σκοινί, περασμένο από τοίχο σε τοίχο, στο μικρό χωλάκι που χρησιμοποιούνταν ως «εργαστήριο» της μοδίστας-μοντελίστ (έτσι έγραφε η λευκή κάρτα που έδινε στις πελάτισσές της), ρούχα κάθε λογής και μεγέθους, καμάρωναν σε ξύλινες κρεμάστρες. Φορέματα γεμάτα πιέτες, μπλούζες με περίτεχνες φρίλιες και βολάν, σακάκια με εξωτερικές τσέπες και εξώραφα γαζιά, παλτό με βάτες και μαντό σε χρώματα παλ. Χρώματα, υφάσματα, συνδυασμοί. Καρούλια και μπομπίνες, μασουράκια και κλωστές, δαχτυλήθρες και κουμπιά, φερμουάρ, φόδρες και καρίνες.

Παράδεισος παιχνιδιού τα «κουρελάκια» που έκαναν τις κούκλες μου μοντέλα, σε αυτοσχέδια πασαρέλα, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας που χρησίμευε και για γραφείο μελέτης.

Έβλεπα τις πρόβες, χάζευα τις όμορφες πτυχώσεις των υφασμάτων, τα σώματα που τα αγκάλιαζαν τα ρούχα, τους γιακάδες και τις μανσέτες που έβγαιναν πρώτα σε πατρόν, το στένεμα και το κόντυμα, τις μετατροπές που τόσο την εκνεύριζαν.

Η μαύρη singer, ασυγκίνητη, είχε το δικό της τέμπο ακόμη κι όταν η ένταση στο σώμα της μάνας ήταν αποτυπωμένη ως και στην πλάτη της.

Πόσες φορές δεν ξύπνησα Σάββατο πρωί και δεν βρήκα ένα καινούριο φορεματάκι να με περιμένει στην καρέκλα; Σε πόσες θεατρικές παραστάσεις του σχολείου δεν πήγα, φορώντας ένα καλοραμένο «κοστούμι» και σε ποιές εθνικές επετείους δεν με έντυσε με «χλαμύδα» για να απαγγείλω το ποίημα για την Ελλάδα;

Άργησα πολύ να καταλάβω πόσον κόπο και πόσες ατομικές υπερβάσεις είχε όλος αυτός ο μαγικός κόσμος του ραψίματος.

Τα χέρια της, αυτά τα τόσο άξια και εργατικά χέρια, είχαν το δικό τους «μέτρο» που έπιανε «στον πόντο» τις αλλαγές στο στυλ και τα οικονομικοπολιτικά δεδομένα της εποχής. Ακούραστα δεν ήταν, η ανάγκη τα οδηγούσε να στριφώνουν, να γαζώνουν, να καρικώνουν, όλη μέρα και τη μισή νύχτα.

Ποτέ δεν ήταν εύκολη η ζωή στην Ελλάδα γι αυτούς που παλεύουν έντιμα να ζήσουν…

Άργησα πολύ να εκτιμήσω εκείνα τα παιδικά φορεματάκια που ράβονταν μέσα σε μια νύχτα.  Τις αποκριάτικες στολές της «πριγκίπισσας» που με μεγάλωσαν με το νεοελληνικό αστικό μύθο της προσμονής για έναν «πρίγκιπα» που το φιλί της καθημερινότητας δεν θα τον μετέτρεπε σε… βάτραχο.

Όσο εκείνη η παλιά, ταλαιπωρημένη και φασαριόζα singer τραγουδούσε αδιάκοπα, θεωρούσα δεδομένο πως τα χέρια της μάνας θα ήταν πάντα εκεί. Να ισιώνουν τις στραβές «ραφές», να διορθώνουν τα κακοφτιαγμένα, να μαντάρουν τα… «σκισίματα», να καρικώνουν τα… «ξέφτια», να σηκώνουν τους ώμους με μια βάτα στοργής, να αλλάζουν τα φερμουάρ της επιβαλλόμενης σιωπής, να φαρδαίνουν τις σφιχτές αποφάσεις, να στενεύουν τα όρια στις απαιτήσεις των άλλων, να μακραίνουν τις μικρές μου πεθυμιές και να κονταίνουν τα μακριά μου λάθη.

Μόνο που εκείνη η singer, δεν μπορεί ποτέ πια να τραγουδήσει…

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button