Αθηναϊκή ΡιβιέραΑΠΟΨΕΙΣ

Η αθηναϊκή ριβιέρα και οι νεόπλουτοι

Διότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν αρκεί να έχεις θάλασσα. Πρέπει η θάλασσα να έχει brand name!

Γράφει ο Νίκος Μαρκάτος

Κάποτε πηγαίναμε για μπάνιο στη Γλυφάδα, στη Βούλα, στη Βουλιαγμένη ή στο Καβούρι. Τώρα δεν επιτρέπεται πια να το λέμε έτσι. Είναι πολύ απλό. Πολύ παλιό. Πολύ φτηνό.

Τώρα πηγαίνουμε στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα».

Διότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν αρκεί να έχεις θάλασσα. Πρέπει η θάλασσα να έχει brand name. Δεν αρκεί να έχεις ακτή. Πρέπει να έχεις waterfront. Δεν αρκεί να έχεις διαμέρισμα. Πρέπει να έχεις residence. Και φυσικά δεν αρκεί να έχεις μια πολυκατοικία με θέα στον φωταγωγό. Πρέπει να τη διαφημίζεις ως luxury coastal living.

Αν προσθέσεις και τη λέξη «Riviera», η τιμή ανεβαίνει αμέσως κατά 40%. Αν βάλεις και το «exclusive», μπορείς να πουλήσεις ακόμη και το ημιυπόγειο ως «ιδιωτικό καταφύγιο αστικής πολυτέλειας».

Ο πολίτης μετατρέπεται σε πελάτη στον ίδιο του τον τόπο.Και φυσικά όλα αυτά γίνονται στο όνομα της «ανάπτυξης». Η ανάπτυξη είναι η μεγάλη θαυματουργή λέξη της εποχής μας. Δεν χρειάζεται ποτέ να εξηγηθεί. Αρκεί να ακουστεί.

Δεν μας λένε ποιος αναπτύσσεται και ποιος εκτοπίζεται. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει. Ποιος αγοράζει θέα στη θάλασσα και ποιος χάνει την πρόσβαση σε αυτήν.

Αναπτύσσονται οι τιμές. Αναπτύσσονται τα ενοίκια. Αναπτύσσονται τα κέρδη. Αναπτύσσεται και η απόσταση του μέσου πολίτη από την ακτή.

H λεγόμενη αναβάθμιση συχνά σημαίνει ότι ένας τόπος γίνεται ωραιότερος για εκείνον που μπορεί να τον αγοράσει και απρόσιτος για εκείνον που ήδη ζούσε εκεί.

Κάπως έτσι γεννιέται και ο νέος κάτοικος της «Ριβιέρας». Δεν πήγε για μπάνιο στη Βούλα. Απόλαυσε coastal lifestyle. Δεν ήπιε καφέ στο Καβούρι. Είχε seaside experience. Δεν αγόρασε ένα υπερτιμημένο διαμέρισμα στο Ελληνικό. Έκανε strategic investment σε παγκόσμιο προορισμό.

Μπορεί να πληρώνει δάνειο για τριάντα χρόνια, αλλά νιώθει σχεδόν Μονεγάσκος.Η περιοχή, βέβαια, ήταν πάντα όμορφη. Και ίσως σε ορισμένα σημεία να είναι ομορφότερη και από τη Γαλλική Ριβιέρα. Έχει ήλιο σχεδόν όλο τον χρόνο, καθαρό ορίζοντα, υπέροχο φως και θάλασσα που δεν χρειάζεται να της μιλήσεις γαλλικά για να σε δεχτεί.

Όμως εμείς δεν εμπιστευόμαστε την ομορφιά, αν δεν έχει ξενική ονομασία.Η «Αθηναϊκή ακτή» μάς φαίνεται κάπως ταπεινή. Μυρίζει οικογένεια με ταπεράκι, ομπρέλα από το σούπερ μάρκετ και κεφτεδάκια στην παραλία. Η «Αθηναϊκή Ριβιέρα», αντιθέτως, μυρίζει αφρώδη οίνο, γυαλιά ηλίου αξίας μισού μισθού και άνθρωπο που λέει «weekend» ακόμη και για την Κυριακή το απόγευμα.

Ο νεόπλουτος δεν πάει στη θάλασσα. Ζει μια εμπειρία.

Δεν πίνει καφέ. Απολαμβάνει ένα premium coffee moment.

Δεν τρώει ψάρι. Δοκιμάζει μια curated seafood experience.

Δεν βουτάει. Επανασυνδέεται με το υγρό στοιχείο.

Και δεν αγοράζει σπίτι στη Βούλα. Επενδύει σε μια ανερχόμενη παγκόσμια παράκτια ζώνη.

Ακόμη κι αν το σπίτι είναι 78 τετραγωνικά, κατασκευής 1974, με μωσαϊκό και κουζίνα που θυμάται τη Χούντα.

Η λέξη «Ριβιέρα» έχει αποκτήσει σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες. Μπορεί να μετατρέψει το αυθαίρετο σε boutique residence, την ταράτσα σε roof garden και τη θέα προς την απέναντι κεραία σε panoramic urban skyline.

Ακόμη και η μούχλα μπορεί να παρουσιαστεί ως «φυσική πατίνα μεσογειακής υγρασίας».Η νέα αυτή γλώσσα δεν περιγράφει την πραγματικότητα. Την αρωματίζει.Όπου βλέπεις μπετόν, λες urban design.Όπου βλέπεις ξαπλώστρες η μία πάνω στην άλλη, λες beach lifestyle.Όπου βλέπεις ουρά για πάρκινγκ, λες increased destination demand.Όπου βλέπεις μια παραλία που δεν μπορείς να πλησιάσεις χωρίς πορτοφόλι, λες αναβάθμιση υπηρεσιών.

Και βέβαια δεν υπάρχει πλέον απλός κάτοικος. Υπάρχει «resident of the Riviera». Άνθρωπος που μέχρι χθες έλεγε «μένω κάτω στη Γλυφάδα» και σήμερα το προφέρει σαν να διαθέτει εξοχικό ανάμεσα σε Κάννες και Σεν Τροπέ.

Μπορεί να χρωστάει τρεις δόσεις στην πιστωτική, αλλά όταν περπατά στην παραλιακή αισθάνεται ότι του ανήκει τουλάχιστον μία μαρίνα.

Η αλήθεια είναι ότι η Αθήνα δεν χρειάζεται τέτοια κόμπλεξ. Δεν χρειάζεται να μιμηθεί τη Νίκαια, το Μονακό ή τις Κάννες. Μπορεί να σταθεί μια χαρά με το δικό της όνομα, τη δική της θάλασσα και τη δική της φυσιογνωμία.

Η αξία της δεν μεγαλώνει επειδή την αποκαλούμε «Ριβιέρα». Μεγαλώνει μόνο η τιμή.

Ας την πούμε, λοιπόν, όπως είναι: αθηναϊκή ακτή. Όμορφη, φωτεινή, αντιφατική, συχνά κακοποιημένη, αλλά δική μας. Δεν χρειάζεται γαλλικό διαβατήριο για να αποκτήσει αξία.

Άλλωστε, η πραγματική πολυτέλεια δεν είναι να λες ότι κατοικείς στη Ριβιέρα.Είναι να μπορείς να φτάσεις στη θάλασσα, να απλώσεις την πετσέτα σου και να μη χρειαστείς μικρό καταναλωτικό δάνειο για δύο ξαπλώστρες και έναν καφέ.Όλα τα άλλα είναι μάρκετινγκ.Ή, για να το πούμε στη γλώσσα των καιρών: premium παραμύθι με sea view!

 

* Ο Νικός Μαρκάτος είναι πρώην πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1991-1997), πρώην Κοσμήτορας Σχολής Χημικών Μηχανικών (1990-1994 και 2006-2010) και νυν ομότιμος καθηγητής της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και Επισκέπτης Καθηγητής του Πανεπιστημίου Τέξας Α&Μ

 

Πηγή: alfavita.gr

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button