ΑΠΟΨΕΙΣ

Χτίζονται ξανά οι αναμνήσεις;

γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου      

Μια ξεμαλλιασμένη κούκλα,που της έλειπε το ένα ροζ παπούτσι. Τα πτυχία μου, λερωμένα και μισοσκισμένα στις άκρες. Ένα λευκό χειροποίητο ζακετάκι της μικρής μου και το σεντονάκι που τη σκέπαζα μωρό. Πάνω του είχα κεντήσει  με πολύχρωμες κλωστές «το γάμο της πεταλούδας». Τα  χρώματα, λερά από τις κηλίδες καταστροφής, ποτέ δεν επανέρχονται στην αρχική τους  λάμψη. Το ίδιο και οι μνήμες μας…

Το δικό μου σπίτι το γκρέμισε συθέμελα ο Εγκέλαδος του 1999. Με μένα μέσα. Παρά την τρομερή αίσθηση απώλειας, μόνο ευγνωμοσύνη για την «τύχη αγαθή» που γλύτωσε τη ζωή μου και τη ζωή του παιδιού μου, μπορούσα να νοιώθω.

Μα σαν περνούσαν οι μέρες και πότιζε μέσα μου η απόγνωση, όπως το μελάνι από σπασμένη πένα πάνω στο στυπόχαρτο, εκείνες οι λιγοστές αποτυπώσεις καθημερινών στιγμών στη μνήμη μου, όλο και πιο πολύ με πονούσαν.

Τα δερματόδετα βιβλία «Σαμιακών» του Σταματιάδη, πολύτιμο δώρο του πατέρα μου. Οι «κερασιές» του Λουντέμη, που θάφτηκαν δια παντός στα ερείπια. Το υπερηχογράφημα και η πρώτη φωτογραφία του μωρού μου, εκείνη η πρώτη πιπίλα, το «δοντάκι» που δεν το χε πάρει ο… «ποντικός», οι ζωγραφιές με το κακογραμμένο «μανούλα σ’ αγαπώ είσαι η καλύτερη μαμά του κόζμου» που έπαιρνε πάντα την… ανηφόρα στο χαρτί και μου ραγίζει ακόμη την καρδιά.

Τα αγαπημένα μου σκουλαρίκια… Τα πρώτα άτεχνα ερωτικά γράμματα που κρατούσα φυλαγμένα στο κάτω-κάτω συρτάρι της βιβλιοθήκης… Εκείνος ο γουρλής parker που με αυτόν έγραφα όλες τις εξετάσεις, τα πρώτα μου βιβλία που είδα να εκδίδονται, το ντοσιέ με τις εκθέσεις από το δημοτικό ως και το Λύκειο, τα «αιέν αριστεύειν» και οι φωτογραφίες μου με κοτσίδια κι ένα μπροστινό δόντι να λείπει.

Δεν τα βρήκα ποτέ. Η μνήμη, αυτή η παστρικιά κυρά που όλο ανασκαλεύει τις αποθήκες με τις θύμησες και άλλα παλιά πράγματα τα πετάει και άλλα τα φέρνει μπροστά-μπροστά, τόσο που να κυλάνε από τα μάτια σα δάκρυα, όλο και καλύπτει με τη σκόνη του χρόνου τα δυνατά τους χρώματα.

Τους ρίχνει ένα παλιό σεντόνι, σαν αυτά που σκέπαζε η γιαγιά μου το ξυλόγλυπτο χειροποίητο σερβάν και τον καναπέ με το υφαντό ύφασμα για να τα φυλάξει απ’ τη φθορά και κατέληξαν, καλοκλειδωμένα στο σκοτεινό της κονάκι και αχρησιμοποίητα επί χρόνια, να τα ροκανίσουν τα ποντίκια.

Έτσι και οι αναμνήσεις των ανθρώπων. Είναι σαν τις υποσχέσεις των ηγητορίσκων. Χάνονται σαν δεν έχουν ερείσματα, στοιχεία και σημεία αναφοράς, ένα μικρό ενθύμιο σα στίγμα σε χάρτη παλιό να «πιαστείς» για να βρεις τις παλιές σου διαδρομές με διπαράλληλο γνώμονα…

«Απαράσκευο» το κράτος μας εδώ και χρόνια. Ανίκανο να προετοιμαστεί κατάλληλα για τις όποιες καταστροφές, απείθαρχο στις προτροπές εκείνων που διαβλέπουν τι μέλλει γενέσθαι, αδιάφορο για τον άνθρωπο και την ανάγκη του να κρατά και να κρατιέται. Σπαταλά και σπαταλιέται σε κείνα που υποτίθεται πως είναι σημαντικά, αφήνοντας απροστάτευτα εκείνα για τα οποία οφείλει να νοιάζεται και να μεριμνά.

Βίλες που καίγονται γοργά, αγκαλιασμένες από δάση που τα καταπάτησαν ανοίκειοι οικιστές. Μα και σπιτάκια ανθρώπων του μόχθου, σε χωριά στεφανωμένα από πυκνή βλάστηση, μέσα σε ρεματιές και παρυφές αυτής της πανέμορφης, πολύπαθης πατρίδας.

Φωτιές, σεισμοί, πανδημίες, πλημμύρες που θα ακολουθήσουν, καύσωνες και παγετοί, ακραία καιρικά φαινόμενα σε καιρούς ακραίων κερδοσκοπικών φαινομένων.

Μικρός ο άνθρωπος και μικρές οι δυνάμεις του. Μα πιο μικρές, ολίγιστες, οι αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην του για τη μέριμνα και την πρόληψη, πριν αυτές φτάσουν να γίνουν «άμεση ανάγκη» και αποκαίδια.

Ευθύνες. Τι μοιραία λέξη… Όλο αναζητούνται σε κάθε καταστροφή που πυορροεί κι όλο αποδίδονται εκατέρωθεν. Σα το μπαλάκι στη ρακέτα του Τσιτσιπά που, με όση δύναμη πέφτει στο αντίπαλο τερέν, με άλλη τόση επιστρέφει. Συχνά και υπό άλλη (πολιτική) γωνία. Μα την ευθύνη για τις ζωές και τις μνήμες τους, που χάνονται στις σχισμάδες των ημερών απώλειας, κανείς δεν αναλαμβάνει. Μήτε να ξαναχτιστούν μπορούν, όσα «τούβλα» και όση «λάσπη» κι αν κουβαλά αυτός ο έρμος «πολιτικός βίος» της χώρας μας.

Δεν ξαναχτίζονται εκείνες οι μνήμες που προσδιόρισαν τις ζωές μας, αν ο τόπος, το «σημείο αναφοράς» του καθενός μας, χαθεί ξαφνικά και ανεπίστρεπτα.

Τις αγαπώ τις μνήμες μου, τις αποζητώ, μου λείπουν πιο πολύ και περισσότερο ανυπόφορα από τα ίδια τα πρόσωπα ή τα πράγματα που τις συνθέτουν. Τις θέλω, σαν αγκάθι τριαντάφυλλου στο ακροδάχτυλο. Τόσο να με ματώνουν, τόσο να με πονάνε… Για να νιώθω ζωντανή και να αναζητώ σε κάθε τι, αυτό το νόημα που γυρεύω.

👉Ακολουθήστε το www.enjoynews.gr για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button