
Παρά τη σταδιακή βελτίωση των οικονομικών συνθηκών στην Ευρώπη, ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών συνεχίζει να στερείται τις διακοπές.
Το 2024, το 27,0% του πληθυσμού της ΕΕ ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να κάνει διακοπές μιας εβδομάδας μακριά από το σπίτι. Το ποσοστό αυτό παρουσίασε πτώση κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023 και είναι αισθητά χαμηλότερο (κατά 10,6 ποσοστιαίες μονάδες) από ό,τι πριν από μία δεκαετία, το 2014, όταν άγγιζε το 37,6%.
Τα νεότερα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι η θετική τάση συνεχίζεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω και με πιο αργούς ρυθμούς: το ποσοστό των πολιτών που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά διακοπές μιας εβδομάδας μειώθηκε περαιτέρω στο 25,8%. Παράλληλα, σε αρκετές χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης καταγράφηκαν ιστορικά χαμηλά ποσοστά: μόλις το 8,2% στο Λουξεμβούργο, 10,9% στη Σουηδία και 12,3% στις Κάτω Χώρες.
Η εικόνα στην Ελλάδα παραμένει ανησυχητική, αν και με μια μικρή βελτίωση: το 2024, το 46,0% των Ελλήνων δήλωσε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για διακοπές, ενώ το 2025 το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 44,2%.
Η κατάσταση είναι εξίσου δύσκολη και στη Βουλγαρία, όπου το 2025 περίπου το 39,8% των πολιτών εξακολουθεί να μην μπορεί να αντέξει οικονομικά διακοπές.
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Η σταδιακή βελτίωση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο δείχνει ότι η οικονομική ανάκαμψη έχει αρχίσει να φτάνει και στα νοικοκυριά, ιδίως σε χώρες με πιο ανθεκτικές οικονομίες. Ωστόσο, τα δεδομένα καταδεικνύουν και τις έντονες ανισότητες μεταξύ Βορρά και Νότου: στις χώρες με υψηλότερα εισοδήματα, το να μπορεί κάποιος να πάει έστω και για μία εβδομάδα διακοπές θεωρείται αυτονόητο, ενώ σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία παραμένει πολυτέλεια για σχεδόν τους μισούς πολίτες.
Η οικονομική αδυναμία να κάνει κάποιος διακοπές δεν είναι απλώς ένδειξη περιορισμένων πόρων για αναψυχή: συχνά αντικατοπτρίζει γενικότερη δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών και περιορισμένη ποιότητα ζωής.


